Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προσπέλαση < προσέγγιση σε κάτι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προσπέλαση θηλυκό

είναι πολύ δύσκολη η προσπέλαση αυτού του βουνού
για την προσπέλαση του στόχου απαιτείται αυτοσυγκέντρωση και οργάνωση

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία