Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η προνομία οι προνομίες
      γενική της προνομίας των προνομιών
    αιτιατική την προνομία τις προνομίες
     κλητική προνομία προνομίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

προνομία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

προνομία θηλυκό


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία