Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολιτισμένος < αυτός που έχει αναπτύξει τον πολιτισμό

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πολιτισμένος

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Ομοριζα: πολιτεια Πολιτισμενος πολιτειακος Συμπολιτειακος Πολίτης

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία