Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο πολιτισμένος η πολιτισμένη το πολιτισμένο
      γενική του πολιτισμένου της πολιτισμένης του πολιτισμένου
    αιτιατική τον πολιτισμένο την πολιτισμένη το πολιτισμένο
     κλητική πολιτισμένε πολιτισμένη πολιτισμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι πολιτισμένοι οι πολιτισμένες τα πολιτισμένα
      γενική των πολιτισμένων των πολιτισμένων των πολιτισμένων
    αιτιατική τους πολιτισμένους τις πολιτισμένες τα πολιτισμένα
     κλητική πολιτισμένοι πολιτισμένες πολιτισμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολιτισμένος < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική civilisé. Αναλύεται σε πολιτισ(μός) + -μένος (όπως αν υπήρχε *πολιτίζω)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /po.li.tiˈzme.nos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: πο‐λι‐τι‐σμέ‐νος

  ΜετοχήΕπεξεργασία

πολιτισμένος

  1. που έχει ήδη από το παρελθόν ανεπτυγμένο πολιτισμό
  2. (για άτομα) που έχει εκλεπτυσμένους καλούς τρόπους

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία