Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ποδάγρα οι ποδάγρες
      γενική της ποδάγρας
    αιτιατική την ποδάγρα τις ποδάγρες
     κλητική ποδάγρα ποδάγρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ποδάγρα < ελληνιστική κοινή ποδάγρα με τη σημερινή έννοια < αρχαία ελληνική ποδάγρα (που σήμαινε όμως παγίδα για τα πόδια) < πούς + ἄγρα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ποδάγρα θηλυκό (ο πληθ. αδόκιμος)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία