Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πνευμοθώρακας < πνεύμα (αέρας) + θώραξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πνευμοθώρακας και πνευμονοθώρακας αρσενικό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία