Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο πλεονασμός οι πλεονασμοί
      γενική του πλεονασμού των πλεονασμών
    αιτιατική τον πλεονασμό τους πλεονασμούς
     κλητική πλεονασμέ πλεονασμοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πλεονασμός < αρχαία ελληνική

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ple.o.naˈzmos/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πλεονασμός αρσενικό

  1. το φαινόμενο της υπερεπάρκειας, αφθονία
  2. γραμματικά:
    διπλός υπερθετικός βαθμός (θεωρείται δημώδες σφάλμα): πιο μεγαλύτερος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία