Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική παπουτσωμένος παπουτσωμένη παπουτσωμένο
γενική παπουτσωμένου παπουτσωμένης παπουτσωμένου
αιτιατική παπουτσωμένο παπουτσωμένη παπουτσωμένο
κλητική παπουτσωμένε παπουτσωμένη παπουτσωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική παπουτσωμένοι παπουτσωμένες παπουτσωμένα
γενική παπουτσωμένων παπουτσωμένων παπουτσωμένων
αιτιατική παπουτσωμένους παπουτσωμένες παπουτσωμένα
κλητική παπουτσωμένοι παπουτσωμένες παπουτσωμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παπουτσωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος παπουτσώνω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

παπουτσωμένος, -η, -ο

  1. που φοράει παπούτσια
  2. Ο παπουτσωμένος γάτος: τίτλος γνωστού παραμυθιού για έναν γάτο που φορούσε μπότες

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία