Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

puss (en)

  1. γάτος
    Puss in boots - O παπουτσωμένος γάτος
    συνώνυμα: cat, pussy
  2. κορίτσι ή νεαρή γυναίκα
  3. το στόμα



Σουηδικά (sv) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

puss (sv)