Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ορθοδοντικός ορθοδοντική ορθοδοντικό
γενική ορθοδοντικού ορθοδοντικής ορθοδοντικού
αιτιατική ορθοδοντικό ορθοδοντική ορθοδοντικό
κλητική ορθοδοντικέ ορθοδοντική ορθοδοντικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ορθοδοντικοί ορθοδοντικές ορθοδοντικά
γενική ορθοδοντικών ορθοδοντικών ορθοδοντικών
αιτιατική ορθοδοντικούς ορθοδοντικές ορθοδοντικά
κλητική ορθοδοντικοί ορθοδοντικές ορθοδοντικά


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ορθοδοντικός οι ορθοδοντικοί
      γενική του ορθοδοντικού των ορθοδοντικών
    αιτιατική τον ορθοδοντικό τους ορθοδοντικούς
     κλητική ορθοδοντικέ ορθοδοντικοί
όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ορθοδοντικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ορθοδοντικός, -ή, -ό αρσενικό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ορθοδοντικός αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία