Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξινόγαλα τα ξινογάλατα
      γενική του ξινογάλατος των ξινογαλάτων
    αιτιατική το ξινόγαλα τα ξινογάλατα
     κλητική ξινόγαλα ξινογάλατα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ξινόγαλα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξινόγαλα < ξιν(ός) + -ό- + γάλα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ksiˈno.ɣa.la/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ξι‐νό‐γα‐λα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ξινόγαλα ουδέτερο

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία