Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Νομάδες Βεδουίνοι

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νομάς < αρχαία ελληνική νομάς < αρχαία ελληνική νομή + -ας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νομάς αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο νομάδας, αυτός που ανήκει σε μια φυλή ή άλλο σύνολο ανθρώπων που δεν έχουν σταθερή κατοικία αλλά μετακινούνται διαρκώς μαζἰ με τα κοπάδια τους

  ΚλίσηΕπεξεργασία

ενικός ονομαστική: νομάδας (νομάς), γενική: νομάδα (νομάδος), (δοτική: νομάδι), αιτιατική: νομάδα, κλητική: νομάδα (νομάς)

πληθυντικός ονομαστική: νομάδες, γενική: νομάδων, (δοτική: νομάσι / νομάσιν), αιτιατική: νομάδες (νομάδας), κλητική: νομάδες

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία