Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νεκρή φύση οι νεκρές φύσεις
      γενική της νεκρής φύσης των νεκρών φύσεων
    αιτιατική τη νεκρή φύση τις νεκρές φύσεις
     κλητική νεκρή φύση νεκρές φύσεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νεκρή φύση < μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική nature morteδείτε τις λέξεις νεκρός και φύση[1]

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

νεκρή φύση θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.