Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το νέκταρ
      γενική του νέκταρος
    αιτιατική το νέκταρ
     κλητική νέκταρ
όπως «αρχαιόκλιτα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νέκταρ < αρχαία ελληνική νέκταρ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νέκταρ ουδέτερο

  1. το ποτό των θεών (σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία)
  2. (κατ’ επέκταση) δροστιστικό ποτό από χυμό φρούτων ή λαχανικών, με προσθήκη νερού και ζάχαρης ή γλυκαντικών
  3. (μεταφορικά) εύγευστο ποτό, κρασί κ.λπ.
  4. ο χυμός των λουλουδιών που οι μέλισσες μετατρέπουν σε μέλι

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

νέκταρ < νέκυς, θάνατος, + -ταρ, νικώ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

νέκταρ ουδέτερο