Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μπάτσος οι μπάτσοι
      γενική του μπάτσου των μπάτσων
    αιτιατική τον μπάτσο τους μπάτσους
     κλητική μπάτσε μπάτσοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπάτσος < μεσαιωνική ελληνική μπάτσος < ιταλική bazza (πιγούνι) (2. ή < τουρκικά baç)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπάτσος αρσενικό

  1. δυνατό χτύπημα με την παλάμη, χαστούκι, ράπισμα
    πρόσεξε μη φας μπάτσο!
    άλλες μορφές: μπάτσα, μπάτσο
     συνώνυμα:δείτε τη λέξη  ράπισμα
  2. (αργκό) (ειρωνικό) (μειωτικό) (υβριστικό) το όργανο της τάξης
    μας την πέσανε οι μπάτσοι
     συνώνυμα: αστυνομικός, μπασκίνας, χωροφύλακας

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • του κλότσου και του μπάτσου: όταν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε ότι κάποιον τον εξευτελίζουν οι άλλοι, τον κάνουν ότι θέλουν

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία