Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο χωροφύλακας οι χωροφύλακες
      γενική του χωροφύλακα των χωροφυλάκων
    αιτιατική τον χωροφύλακα τους χωροφύλακες
     κλητική χωροφύλακα χωροφύλακες
πληθυντικός και χωροφυλάκοι.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χωροφύλακας < (λόγιο) ελληνιστική κοινή χωροφύλαξ (φύλακας περιοχής)[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /xɔ.ɾɔˈfi.la.kas/
συλλαβισμός: χω‐ρο‐φύ‐λα‐κας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χωροφύλακας αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία