Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χωροφύλακας χωροφύλακες
γενική χωροφύλακα χωροφυλάκων
αιτιατική χωροφύλακα χωροφύλακες
κλητική χωροφύλακα χωροφύλακες
πληθυντικός και χωροφυλάκοι.

  Ετυμολογία Επεξεργασία

χωροφύλακας < ελληνιστική κοινή χωροφύλαξ (φύλακας περιοχής)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

χωροφύλακας αρσενικό

  1. το "όργανο της τάξης" που (μέχρι το 1984) υπηρετούσε στην χωροφυλακή και όχι στην αστυνομία, δηλαδή ανήκε σε τμήμα της επαρχίας και όχι της πρωτεύουσας, της Πάτρας, της Κέρκυρας ή του Πειραιά -των τεσσάρων δήμων που υπάγονταν στην τότε "Αστυνομία Πόλεων" με όλη την υπόλοιπη επικράτεια να αστυνομεύεται από τη χωροφυλακή.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία