Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μοντάζ < (άμεσο δάνειο) γαλλική montage < monter + -age < δημώδης λατινική *montāre, απαρέμφατο ενεστώτα του *monto (σκαρφαλώνω, αναρριχώμαι) < λατινική mons (βουνό) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *men- (βουνό)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μοντάζ ουδέτερο άκλιτο

  1. (κινηματογράφος) η τέχνη της επιλογής και σύνδεσης των εικόνων και των πλάνων και η διαδικασία αυτή, στο στάδιο της επεξεργασίας της ταινίας
    η ταινία βρίσκεται στο μοντάζ
  2. (τυπογραφία) η σύνθεση και συναρμολόγηση του υλικού προς εκτύπωση και ο χώρος όπου πραγματοποιείται η διαδικασία αυτή

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία