Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σκαρφαλώνω < σκαλώνω + καρφώνω, παθητική φωνή σκαρφαλώνομαι, μετοχή παθητικού παρακειμένου σκαρφαλωμένος.

  ΡήμαΕπεξεργασία

σκαρφαλώνω

  • ανεβαίνω σε μια επιφάνεια με μεγάλη κλίση (πχ σκάλα, πλαγιά βουνού, βράχο κλπ) χρησιμοποιώντας και τα χέρια μου για να πιαστώ

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία