Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταδίδω < μεσαιωνική ελληνική μεταδίδω < αρχαία ελληνική μεταδίδωμι < μετά + δίδωμι

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεταδίδω (παθητική φωνή: μεταδίδομαι)

  1. μεταφέρω κάτι σε κάποιον
  2. διαδίδω
  3. παρέχω
  4. πληροφορώ, γνωστοποιώ
  5. εκπέμπω

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία