Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταδίδομαι < παθητική φωνή του ρήματος μεταδίδω < αρχαία ελληνική μεταδίδομαι

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεταδίδομαι

  1. με μεταδίδουν
    το νέο μεταδόθηκε απ' άκρη σ' άκρη της πόλης
  2. κινούμαι σε ένα μέσο
    ο ήχος δεν 'μεταδίδεται στο κενό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία