Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μεταγενέστερος η μεταγενέστερη το μεταγενέστερο
      γενική του μεταγενέστερου της μεταγενέστερης του μεταγενέστερου
    αιτιατική τον μεταγενέστερο τη μεταγενέστερη το μεταγενέστερο
     κλητική μεταγενέστερε μεταγενέστερη μεταγενέστερο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μεταγενέστεροι οι μεταγενέστερες τα μεταγενέστερα
      γενική των μεταγενέστερων των μεταγενέστερων των μεταγενέστερων
    αιτιατική τους μεταγενέστερους τις μεταγενέστερες τα μεταγενέστερα
     κλητική μεταγενέστεροι μεταγενέστερες μεταγενέστερα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεταγενέστερος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή μεταγενέστερος, συγκριτικός βαθμός του επιθέτου μεταγενής

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μεταγενέστερος, -η, -ο

  1. αυτός που προέκυψε, δημιουργήθηκε, γεννήθηκε, έζησε, γράφτηκε, έδρασε κ.λπ. μετά από μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή η οποία είτε αναφέρεται ρητά ή θεωρείται ευκόλως εννοούμενη στο πλαίσιο των συμφραζομένων
    ο Επίκτητος ήταν μεταγενέστερος του Ζήνωνα του Στωϊκού (γεννήθηκε πολύ αργότερα ή ανήκε απλώς στην επόμενη γενιά)
     αντώνυμα:: προγενέστερος, παλαιότερος
  2. (λεξικογραφία, φιλολογία) δείτε το θηλυκόμεταγενεστέρα, μεταγενέστερη: συνώνυμο του ελληνιστική κοινή γλώσσα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία