Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαστίζω < αρχαία ελληνική μαστίζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μαστίζω

  1. ταλαιπωρώ δεινά σαν μάστιγα
    Αυτή η αρρώστια μαστίζει όλα τα δέντρα του κάμπου
    Η Αϊτή μαστιζόταν από αρρώστιες μετά το σεισμό των 7 ρίχτερ το 2010
    Η σημερινή νεολαία μαστίζεται από την λεξιπενία


ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαστίζω < → λείπει η ετυμολογία

  ΡήμαΕπεξεργασία

μαστίζω

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία