Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαστιγώνω < ελληνιστική κοινή μαστιγώνω < αρχαία ελληνική μαστιγόω-μαστιγῶ +-ώνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

μαστιγώνω

  1. χτυπάω κάποιον με το μαστίγιο
    μαστιγώνουν τα άλογα για να τρέξουν πιο γρήγορα
  2. τιμωρώ κάποιον χτυπώντας τον με το μαστίγιο, σε χώρες που έχουν την ποινή του μαστιγώματος, ή τον χτυπάω αυθαίρετα και παράνομα
    όταν ο μικρός έκλεψε απ' το ταμείο, ο πατέρας του τον μαστίγωσε με το λουρί της ζώνης του!
  3. (μεταφορικά) κατακρίνω έντονα, τιμωρώ αυστηρά, απαγορεύω
    Ηταν υποχρεωμένοι να μαστιγώνουν τα παθολογικά συμπτώματα της κοινωνίας της εποχής τους
  4. (μεταφορικά) σαν να μαστιγώνω, όταν προκαλώ σε κάποιον την φυσική αίσθηση του μαστιγώματος αλλά με άλλο μέσο
    η βροχή και ο άνεμος μαστίγωναν το πρόσωπό του

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

αυτομαστιγώνω

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία