Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο λογάριθμος οι λογάριθμοι
      γενική του λογάριθμου
λογαρίθμου
των λογάριθμων
λογαρίθμων
    αιτιατική τον λογάριθμο τους λογάριθμους
λογαρίθμους
     κλητική λογάριθμε λογάριθμοι
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λογάριθμος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική logarithm < αρχαία ελληνική λόγος + ἀριθμός < επινοήθηκε από τον Σκωτσέζο μαθηματικό Τζον Νάπιερ (1550 – 1617) το 1614.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λογάριθμος αρσενικό

  • (μαθηματικά) λογάριθμος ενός αριθμού   είναι η δύναμη   στην οποία πρέπει να υψωθεί ένας δεδομένος αριθμός   (που λέγεται βάση) ώστε να παραχθεί ο αριθμός  . Γράφεται:  . Μαθηματική διατύπωση:  . Εξορισμού ισχύει:  .
    συντομογραφία: log, (σπάνια στα ελληνικά) λογ

ΥπώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία