Δείτε επίσης: κῶνος
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κώνος οι κώνοι
      γενική του κώνου των κώνων
    αιτιατική τον κώνο τους κώνους
     κλητική κώνε κώνοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κώνος < αρχαία ελληνική κῶνος (αρχική σημασία: κουκουνάρι). Για νεότερους όρους τεχνολογίας, λόγιο ενδογενές δάνειο: μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική cône και από την αγγλική cone < λατινική conus < αρχαία ελληνική κῶνος[1]
 

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

κώνος αρσενικό

  1. (γεωμετρία) επιφάνεια που παράγεται από μια ευθεία (η οποία λέγεται γενέτειρα) που περνά από ένα σταθερό σημείο (την κορυφή) και ένα μεταβλητό σημείο που κινείται πάνω σε μια κλειστή καμπύλη γραμμή
  2. (τεχνολογία) το επάνω μέρος που έχει κωνοειδές σχήμα
    ο ποστατευτικός κώνος των διαστημόπλοιων

Συγγενικά

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία