Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κώλο < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική κῶλον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈko.lo/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κώλο ουδέτερο (αρχαιοπρεπές)

  1. (γραμματική) τμήμα περιόδου με αυτοτελές νόημα· βρίσκεται ανάμεσα σε τελείες (άνω τελείες ή/και τελείες)
  2. (μετρική) τμήμα του στίχου που αποτελείται από δύο ή περισσότερους πόδες
  3. τμήμα του σώματος ανθρώπου ή ζώου· κυρίως τα άκρα
    τα άνω κώλα
    έκφραση: τινάζω τα κώλα, αφήνω τα κώλα (πεθαίνω)
  4. (ναυτικός όρος) μονόπλοκο σκοινί που μαζί άλλα συστρέφονται φτιάχνοντας ένα παχύτερο, πιο γερό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  • διαφορετική ετυμολογία για το κώλος

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία