Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κώλον < αρχαία ελληνική κῶλον

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈko.lon/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κώλον ουδέτερο