Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυβερνητική < λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κυβερνητική θηλυκό

  1. η βιοκυβερνητική, η μελέτη του ευρύτερου κυβερνοχώρου και των αλληλεπιδράσεων μεταξύ έμβιων όντων και μηχανών

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κυβερνητική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυβερνητική < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου κυβερνητικός (κυβερνητική τέχνη)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κυβερνητική θηλυκό

  1. η τέχνη του κυβερνήτη, αυτού που οδηγεί πλοίο

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

κυβερνητική