Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαθηματική < από το θηλυκό του μαθηματικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαθηματική θηλυκό

  1. η επιστήμη των μαθηματικών


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία


  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

μαθηματική

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία