Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η κτηνοτρόφος οι κτηνοτρόφοι
      γενική του/της κτηνοτρόφου των κτηνοτρόφων
    αιτιατική τον/την κτηνοτρόφο τους/τις κτηνοτρόφους
     κλητική κτηνοτρόφε κτηνοτρόφοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
κτηνοτρόφος με την κατσίκα του

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κτηνοτρόφος < ελληνιστική κοινή κτηνοτρόφος (αγελαδοτρόφος)[1] < αρχαία ελληνική κτῆνος + τρέφω. Συγχρονικά αναλύεται σε κτηνο- + -τρόφος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κτηνοτρόφος αρσενικό ή θηλυκό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία