Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κτηνοτροφικός η κτηνοτροφική το κτηνοτροφικό
      γενική του κτηνοτροφικού της κτηνοτροφικής του κτηνοτροφικού
    αιτιατική τον κτηνοτροφικό την κτηνοτροφική το κτηνοτροφικό
     κλητική κτηνοτροφικέ κτηνοτροφική κτηνοτροφικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κτηνοτροφικοί οι κτηνοτροφικές τα κτηνοτροφικά
      γενική των κτηνοτροφικών των κτηνοτροφικών των κτηνοτροφικών
    αιτιατική τους κτηνοτροφικούς τις κτηνοτροφικές τα κτηνοτροφικά
     κλητική κτηνοτροφικοί κτηνοτροφικές κτηνοτροφικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κτηνοτροφικός < αρχαία ελληνική κτηνοτροφικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

κτηνοτροφικός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία