Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κορύφωση οι κορυφώσεις
      γενική της κορύφωσης
& κορυφώσεως
των κορυφώσεων
    αιτιατική την κορύφωση τις κορυφώσεις
     κλητική κορύφωση κορυφώσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορύφωση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κορύφωση θηλυκό

  1. το φτάσιμο στο κορυφαίο σημείο μιας σειράς γεγονότων, μιας πράξης κλπ
    η αποψινή συναυλία ήταν η κορύφωση των εορταστικών εκδηλώσεων
    η κορύφωση του ερωτικού πάθους


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία