Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κλοτσιά οι κλοτσιές
      γενική της κλοτσιάς των κλοτσιών
    αιτιατική την κλοτσιά τις κλοτσιές
     κλητική κλοτσιά κλοτσιές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κλοτσιά < μεσαιωνική ελληνική κλοτσιά < κλοτσέα < κλοτσώ < κλότσος < υστερολατινική *colcio < λατινική calx < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)kel- (στρογγυλός, καμπυλωτός)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κλοτσιά θηλυκό

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • με τις κλοτσιές
  • για κλοτσιές

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία