Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική καρδιοτονωτικός καρδιοτονωτική καρδιοτονωτικό
γενική καρδιοτονωτικού καρδιοτονωτικής καρδιοτονωτικού
αιτιατική καρδιοτονωτικό καρδιοτονωτική καρδιοτονωτικό
κλητική καρδιοτονωτικέ καρδιοτονωτική καρδιοτονωτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καρδιοτονωτικοί καρδιοτονωτικές καρδιοτονωτικά
γενική καρδιοτονωτικών καρδιοτονωτικών καρδιοτονωτικών
αιτιατική καρδιοτονωτικούς καρδιοτονωτικές καρδιοτονωτικά
κλητική καρδιοτονωτικοί καρδιοτονωτικές καρδιοτονωτικά


  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρδιοτονωτικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καρδιοτονωτικός

  1. → λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία