Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο καρδιοτονωτικός η καρδιοτονωτική το καρδιοτονωτικό
      γενική του καρδιοτονωτικού της καρδιοτονωτικής του καρδιοτονωτικού
    αιτιατική τον καρδιοτονωτικό την καρδιοτονωτική το καρδιοτονωτικό
     κλητική καρδιοτονωτικέ καρδιοτονωτική καρδιοτονωτικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι καρδιοτονωτικοί οι καρδιοτονωτικές τα καρδιοτονωτικά
      γενική των καρδιοτονωτικών των καρδιοτονωτικών των καρδιοτονωτικών
    αιτιατική τους καρδιοτονωτικούς τις καρδιοτονωτικές τα καρδιοτονωτικά
     κλητική καρδιοτονωτικοί καρδιοτονωτικές καρδιοτονωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καρδιοτονωτικός < καρδιο- + τονωτικός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kaɾ.ði.o.to.no.tiˈkos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καρ‐δι‐ο‐το‐νω‐τι‐κός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

καρδιοτονωτικός

  1. (ιατρική, για κάτι: φάρμακο, ουσία κ.λπ.) που τονώνει τη λειτουργία της καρδιάς
  2. (ουσιαστικοποιημένο) καρδιοτονωτικό: (ιατρική) το σχετικό φάρμακο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία