Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κίνητρο κίνητρα
γενική κινήτρου κινήτρων
αιτιατική κίνητρο κίνητρα
κλητική κίνητρο κίνητρα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κίνητρο < κινώ + -τρο ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική motif)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κίνητρο ουδέτερο

  1. ο λόγος που κάνει κάποιος μια συγκεκριμένη ενέργεια
    τα κίνητρα του υποψηφίου για την προεδρία μπορεί ο καθένας να μαντέψει εύκολα
  2. κάτι που δημιουργεί θετικό κλίμα ή παρέχει σε κάποιον θετικούς λόγους, για να κάνει μια ορισμένη ενέργεια
    ο υψηλός φορολογικός συντελεστής είναι τεράστιο κίνητρο φοροδιαφυγής (Το Βήμα, Ιδέες κατά της φοροδιαφυγής, 17 Οκτ. 2010)

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία