Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
κλαδιά μιας λευκής ιτιάς
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ιτιά οι ιτιές
      γενική της ιτιάς των ιτιών
    αιτιατική την ιτιά τις ιτιές
     κλητική ιτιά ιτιές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιτιά < αρχαία ελληνική ἰτέα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιτιά θηλυκό

  • (βοτανική) φυλλοβόλο δέντρο του γένους Salix με μακρόστενα φύλλα που φυτρώνει κυρίως κοντά σε ποτάμια ή λίμνες


Δείτε επίσηςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία