Δείτε επίσης: υιικός, ὑϊκός

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ιικός η ιική το ιικό
      γενική του ιικού της ιικής του ιικού
    αιτιατική τον ιικό την ιική το ιικό
     κλητική ιικέ ιική ιικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ιικοί οι ιικές τα ιικά
      γενική των ιικών των ιικών των ιικών
    αιτιατική τους ιικούς τις ιικές τα ιικά
     κλητική ιικοί ιικές ιικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιικός < ιός + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική viral) [1]

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ιικός, -ή, -ό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • δείτε τη λέξη ιός

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία