Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ιβίσκος οι ιβίσκοι
      γενική του ιβίσκου των ιβίσκων
    αιτιατική τον ιβίσκο τους ιβίσκους
     κλητική ιβίσκε ιβίσκοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
 
ιβίσκος

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ιβίσκος < ελληνιστική κοινή ἱβίσκος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ιβίσκος αρσενικό

ΕίδηΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία