Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ιβίσκους αρσενικό

  1. ιβίσκος, στην αιτιατική του πληθυντικού