Δείτε επίσης: ἐρρωμένος, ερωμένος, ἐρωμένος
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ερρωμένος η ερρωμένη το ερρωμένο
      γενική του ερρωμένου της ερρωμένης του ερρωμένου
    αιτιατική τον ερρωμένο την ερρωμένη το ερρωμένο
     κλητική ερρωμένε ερρωμένη ερρωμένο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ερρωμένοι οι ερρωμένες τα ερρωμένα
      γενική των ερρωμένων των ερρωμένων των ερρωμένων
    αιτιατική τους ερρωμένους τις ερρωμένες τα ερρωμένα
     κλητική ερρωμένοι ερρωμένες ερρωμένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
ερρωμένος < αρχαία ελληνική ἐρρωμένος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ῥώννυμι

ερρωμένος, -η, -ο

Συγγενικά

επεξεργασία
  • → δείτε τη λέξη ρώμη

  Μεταφράσεις

επεξεργασία