Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική εξαναγκασμένος εξαναγκασμένη εξαναγκασμένο
γενική εξαναγκασμένου εξαναγκασμένης εξαναγκασμένου
αιτιατική εξαναγκασμένο εξαναγκασμένη εξαναγκασμένο
κλητική εξαναγκασμένε εξαναγκασμένη εξαναγκασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εξαναγκασμένοι εξαναγκασμένες εξαναγκασμένα
γενική εξαναγκασμένων εξαναγκασμένων εξαναγκασμένων
αιτιατική εξαναγκασμένους εξαναγκασμένες εξαναγκασμένα
κλητική εξαναγκασμένοι εξαναγκασμένες εξαναγκασμένα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

εξαναγκασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος εξαναγκάζω, εξαναγκάζομαι

  ΜετοχήΕπεξεργασία

εξαναγκασμένος, -η, -ο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία