Δείτε επίσης: ἐνθύμησις, ενθύμημα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ενθύμηση οι ενθυμήσεις
      γενική της ενθύμησης
& ενθυμήσεως
των ενθυμήσεων
    αιτιατική την ενθύμηση τις ενθυμήσεις
     κλητική ενθύμηση ενθυμήσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ενθύμηση < αρχαία ελληνική ἐνθύμησις

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛnˈθi.mi.si/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ενθύμηση θηλυκό

  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ενθυμούμαι / θυμάμαι
  2. ανάμνηση
  3. (φιλολογία, παλαιογραφία) σημείωση στην ώα ή άλλο σημείο της σελίδας ενός χειρογράφου, προκειμένου να μνημονευτεί κάποιο αξιομνημόνευτο γεγονός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία