Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δυσανεξία οι δυσανεξίες
      γενική της δυσανεξίας των δυσανεξιών
    αιτιατική τη δυσανεξία τις δυσανεξίες
     κλητική δυσανεξία δυσανεξίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δυσανεξία < δυσ- + ανέχομαι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

δυσανεξία θηλυκό

  • η έλλειψη ανοχής· η αντίδραση του οργανισμού απέναντι σε κάποια είδη τροφής.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία