Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική δολερός δολερή δολερό
γενική δολερού δολερής δολερού
αιτιατική δολερό δολερή δολερό
κλητική δολερέ δολερή δολερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δολεροί δολερές δολερά
γενική δολερών δολερών δολερών
αιτιατική δολερούς δολερές δολερά
κλητική δολεροί δολερές δολερά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δολερός < αρχαία ελληνική δολερός < δόλος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δολερός, -ή, -ό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική δολερός δολερά δολερόν δολεροί δολεραί δολερά
Γενική δολεροῦ δολερᾶς δολεροῦ δολερῶν δολερῶν δολερῶν
Δοτική δολερῷ δολερᾷ δολερῷ δολεροῖς δολεραῖς δολεροῖς
Αιτιατική δολερόν δολεράν δολερόν δολερούς δολεράς δολερά
Κλητική δολερέ δολερά δολερόν δολεροί δολεραί δολερά
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική δολερώ δολερά
Γενική-Δοτική δολεροῖν δολεραῖν

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δολερός < δόλος + -ερός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δολερός