Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο διεπιστημονικός η διεπιστημονική το διεπιστημονικό
      γενική του διεπιστημονικού της διεπιστημονικής του διεπιστημονικού
    αιτιατική τον διεπιστημονικό τη διεπιστημονική το διεπιστημονικό
     κλητική διεπιστημονικέ διεπιστημονική διεπιστημονικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι διεπιστημονικοί οι διεπιστημονικές τα διεπιστημονικά
      γενική των διεπιστημονικών των διεπιστημονικών των διεπιστημονικών
    αιτιατική τους διεπιστημονικούς τις διεπιστημονικές τα διεπιστημονικά
     κλητική διεπιστημονικοί διεπιστημονικές διεπιστημονικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διεπιστημονικός < → λείπει η ετυμολογία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

διεπιστημονικός

  • που αναφέρεται σε δύο ή περισσότερες επιστήμες ή σε επιστήμονες διαφόρων κλάδων

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία