Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική διαβασμένος διαβασμένη διαβασμένο
γενική διαβασμένου διαβασμένης διαβασμένου
αιτιατική διαβασμένο διαβασμένη διαβασμένο
κλητική διαβασμένε διαβασμένη διαβασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική διαβασμένοι διαβασμένες διαβασμένα
γενική διαβασμένων διαβασμένων διαβασμένων
αιτιατική διαβασμένους διαβασμένες διαβασμένα
κλητική διαβασμένοι διαβασμένες διαβασμένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαβασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος διαβάζω

  ΜετοχήΕπεξεργασία

διαβασμένος, -η, -ο

  1. που έχει διαβαστεί
  2. (μεταφορικά) που έχει μελετήσει ένα θέμα
    ήρθε καλά διαβασμένος στη συνάντηση
    το παιδί πάει πάντα διαβασμένο στο σχολείο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία