Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική πολυδιαβασμένος πολυδιαβασμένη πολυδιαβασμένο
γενική πολυδιαβασμένου πολυδιαβασμένης πολυδιαβασμένου
αιτιατική πολυδιαβασμένο πολυδιαβασμένη πολυδιαβασμένο
κλητική πολυδιαβασμένε πολυδιαβασμένη πολυδιαβασμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πολυδιαβασμένοι πολυδιαβασμένες πολυδιαβασμένα
γενική πολυδιαβασμένων πολυδιαβασμένων πολυδιαβασμένων
αιτιατική πολυδιαβασμένους πολυδιαβασμένες πολυδιαβασμένα
κλητική πολυδιαβασμένοι πολυδιαβασμένες πολυδιαβασμένα


  Ετυμολογία Επεξεργασία

πολυδιαβασμένος < από το πολύ και τον παθητικό παρακείμενο του ρήματος διαβάζω.

  ΜετοχήΕπεξεργασία

| width=1% | |bgcolor="#f8f8f8" valign=top align=left width=48%|

|}