Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δίπρακτος η δίπρακτη το δίπρακτο
      γενική του δίπρακτου της δίπρακτης του δίπρακτου
    αιτιατική τον δίπρακτο τη δίπρακτη το δίπρακτο
     κλητική δίπρακτε δίπρακτη δίπρακτο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δίπρακτοι οι δίπρακτες τα δίπρακτα
      γενική των δίπρακτων των δίπρακτων των δίπρακτων
    αιτιατική τους δίπρακτους τις δίπρακτες τα δίπρακτα
     κλητική δίπρακτοι δίπρακτες δίπρακτα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

δίπρακτος < δι- + πράξη + -τος < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική zweiaktig

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

δίπρακτος

  1. (θέατρο) που έχει δύο πράξεις, δύο μέρη
  2. (ουσιαστικοποιημένο) δίπρακτο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία