Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γραμμικός η γραμμική το γραμμικό
      γενική του γραμμικού της γραμμικής του γραμμικού
    αιτιατική τον γραμμικό τη γραμμική το γραμμικό
     κλητική γραμμικέ γραμμική γραμμικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γραμμικοί οι γραμμικές τα γραμμικά
      γενική των γραμμικών των γραμμικών των γραμμικών
    αιτιατική τους γραμμικούς τις γραμμικές τα γραμμικά
     κλητική γραμμικοί γραμμικές γραμμικά
όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
 
Ένα σύστημα υπερκειμένου είναι ένα μη γραμμικό μέσο

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γραμμικός < γραμμή + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γραμμικός, -ή, -ό

  • ο σχετικός με γραμμή
    1. που αφορά στη σχεδίαση με χρήση γεωμετρικών οργάνων
      γραμμικό σχέδιο (σε αντιδιαστολή με το ελεύθερο σχέδιο)
    2. (μαθηματικά) που απεικονίζεται ως ευθεία γραμμή
      γραμμική συνάρτηση
    3. (μεταφορικά) που εξελίσσεται στη νοητή γραμμή του χρόνου σε μία μόνο κατεύθυνση
      σε αυτό το μυθιστόρημα η αφήγηση είναι γραμμική, χωρίς αναδρομές στο παρελθόν ή πρόδρομη αφήγηση
    4. χαρακτηρισμός συλλαβικών συστημάτων γραφής
      η γραμμική γραφή Β των μυκηναϊκών πινακίδων αποκρυπτογραφήθηκε από τους Βέντρις και Τσάνγουικ
    5. (για μέσο επικοινωνίας και πληροφόρησης) που χρησιμοποιείται με κάποια σειρά (πχ. μαγνητική ταινία, κινηματογραφική ταινία, μυθιστόρημα, κλπ.), αντίθετα με το μη γραμμικό μέσο (πχ. λεξικό, εφημερίδα, υπερκείμενο, κλπ.)[1]

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. 11.1.1 Γραμμική και μη γραμμική πρόσβαση στην πληροφορία , από Εφαρμογές Πληροφορικής Υπολογιστών (Α, Β, Γ Γενικού Λυκείου - Γενικής Παιδείας) - Βιβλίο Μαθητή. Προσπέλαση 2020-07-08.