Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική γραμμικός γραμμική γραμμικό
γενική γραμμικού γραμμικής γραμμικού
αιτιατική γραμμικό γραμμική γραμμικό
κλητική γραμμικέ γραμμική γραμμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γραμμικοί γραμμικές γραμμικά
γενική γραμμικών γραμμικών γραμμικών
αιτιατική γραμμικούς γραμμικές γραμμικά
κλητική γραμμικοί γραμμικές γραμμικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γραμμικός < γραμμή + -ικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

γραμμικός, -ή, -ό

  • ο σχετικός με γραμμή
    1. που αφορά στη σχεδίαση με χρήση γεωμετρικών οργάνων
      γραμμικό σχέδιο (σε αντιδιαστολή με το ελεύθερο σχέδιο)
    2. (μαθηματικά) που απεικονίζεται ως ευθεία γραμμή
      γραμμική συνάρτηση
    3. (μεταφορικά) που εξελίσσεται στη νοητή γραμμή του χρόνου σε μία μόνο κατεύθυνση
      σε αυτό το μυθιστόρημα η αφήγηση είναι γραμμική, χωρίς αναδρομές στο παρελθόν ή πρόδρομη αφήγηση
    4. χαρακτηρισμός συλλαβικών συστημάτων γραφής
      η γραμμική γραφή Β των μυκηναϊκών πινακίδων αποκρυπτογραφήθηκε από τους Βέντρις και Τσάνγουικ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία