Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σχεδίαση < σχεδιάζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σχεδίαση θηλυκό

  • η ενέργεια του σχεδιάζω
    1. η ενέργεια με την οποία σχηματίζω μια εικόνα στο χαρτί ή σε οθόνη χρησιμοποιώντας γραμμές
      η σχεδίαση ενός προσώπου
    2. η ενέργεια με την οποία διαμορφώνω την εμφάνιση και διευθετώ το περιεχόμενο ενός αντικειμένου
      σχεδίαση ιστοσελίδων

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία