Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαλάζιο γαλάζια
γενική γαλάζιου γαλάζιων
αιτιατική γαλάζιο γαλάζια
κλητική γαλάζιο γαλάζια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γαλάζιο < ουδέτερο του γαλάζιος < μεσαιωνική ελληνική γαλάζιος < ελληνιστική κοινή κάλαϊς

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γαλάζιο ουδέτερο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία